Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Τουρκικές ενέργειες στρατηγικού χαρακτήρα και βαθύτατων προεκτάσεων



του Παναγιώτη Ήφαιστου* –

    Η παρεμπόδιση και ακινητοποίηση στην Κυπριακή ΑΟΖ σκάφους της ΕΝΙ είναι μια πολύ σοβαρή στρατηγική πρόκληση κατά της Ελλάδας. Πρώτον, κρίνεται η αξιοπιστία της ελληνικής εθνικής στρατηγικής εκ του γεγονότος ότι νομικά αλλά και πολιτικά μιλώντας και ενόσω η Τουρκία δεν αποχωρεί από την Κύπρο για να καταργηθεί και τυπικά το καθεστώς της Ζυρίχης η Ελλάδα είναι εγγυήτρια δύναμη.

Οι συνέπειες της επέκτασης των Τουρκικών ενεργειών πέραν των παράνομων τετελεσμένων του 1974 για την Ελλάδα θα είναι μια αβάσταχτη εξέλιξη.

Δεύτερον, τόσο σε αναφορά με το casus belli του 1983 όσο και την προεκταθείσα
στρατηγική του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου κρίνεται η αξιοπιστία της Ελληνικής εθνικής στρατηγικής. Οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αφορούν μόνο τα ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδας αλλά και την έσχατη λογική της εθνικής επιβίωσης. Οι ύβρεις, όπως σημειώνουμε και στον τίτλο του παρόντος, φέρνουν Νέμεση. Τόσο στα πεδία της Εθνικής στρατηγικής όσο και της Ευρωπαϊκής πολιτικής είχαμε πολλές ύβρεις και το τίμημα όπως όλοι ξέρουμε είναι ήδη πολύ μεγάλο.

Τρίτον, αποδοχή της δήλωσης του Τουρκικού υπουργείου εξωτερικών περί «συνιδιοκτησίας» ισοδυναμεί με αποδοχή των Τουρκικών επιδιώξεων για συγκυριαρχία και τελικά επικυριαρχία επί της Μεγαλονήσου Κύπρου όπου ζουν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες.

Τέταρτον, οι Τουρκικές θέσεις και ενέργειες καθιστούν επιτακτικό να εγκαταλειφθούν άμεσα όλες οι υποχωρήσεις μετά το 1974, να προβληθεί ακλόνητα η θέση για ενιαία και ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία και να οριστεί ως κόκκινη γραμμή η εφαρμογή της διεθνούς και ευρωπαϊκής νομιμότητας σύμφωνα με την πράξη προσχώρησης της ΚΔ στην ΕΕ.

Όσον δε αφορά τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας πιο συγκεκριμένα, η Ελληνική πλευρά δεσμεύεται μόνο με την υποχρέωση του ΟΗΕ και του Συμβουλίου Ασφαλείας να αποκαταστήσουν την διεθνή τάξη και τίποτα περισσότερο. Αυτό λέγεται γιατί νομικίστικες θέσεις και πολιτικά αυτοκτονικές θεωρήσεις της κατάστασης παρακάμπτουν το γεγονός ότι 1. το Συμβούλιο Ασφαλείας ευθύνεται για την αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητα και 2. δεν έχει αρμοδιότητα να υποδείξει το εσωτερικό πολιτικό καθεστώς, πολύ περισσότερο να υποδείξει την αποδοχή των παράνομων τετελεσμένων της βίας.

Αυτές είναι αυτοκτονικές θεωρήσεις στην Ελληνική πλευρά και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες αντί μιας εύρωστης αποτρεπτικής στρατηγικής διολισθαίνουμε από το ένα λάθος στο άλλο.

Η διεθνής νομιμότητα είναι με το μέρος της Ελληνικής πλευράς και είναι αυτοκτονικό να γίνονται αποδεκτές ερμηνείες που την παραβιάζουν επειδή με το πιστόλι της τουρκικής εισβολής στον κρόταφο οι Κύπριοι σέρνονταν σε άγονες συνομιλίες όπου οι Τούρκοι από θέση ισχύος μας ζητούσαν συμμόρφωση με τα τετελεσμένα της παράνομης βίας.

Όσον αφορά την παρεμπόδιση του σκάφους της ΕΝΙ στην κρίση του Φεβρουαρίου 2018 λόγω ορατών ή ως συνήθως αθέατων Ελληνικών υποχωρήσεων λόγω ενδεχομένως παρεμβάσεων τακτικού χαρακτήρα κάποιων δυνάμεων, τίποτα δεν αλλάζει όσον αφορά την Τουρκική απειλή. Ιδιαίτερα, τίποτα δεν αλλάζει την ολοένα μεγαλύτερη τρωτότητα της Ελληνικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο και τις ευρύτερες και βαθύτερες στρατηγικές επιδιώξεις της Τουρκίας στην Κύπρο.

Η Ελληνική πλευρά τίποτα δεν πρέπει να αποδεχθεί οτιδήποτε το οποίο επιδεινώνει τα τετελεσμένα του 1974 όσο και αν κρατήσει αυτό. Αυτή είναι η μόνη ορθολογιστική στάση η οποία, εξάλλου, απαιτείται να συνοδεύεται από στρατηγικές κινήσεις που θα διασφαλίζουν την δυνατότητα διαπραγματεύσεων μιας μη βιώσιμης διεξόδου στο Κυπριακό.

Μετά την παρούσα σύντομη εισαγωγή και αναφορές σε πάγιες Τουρκικές στρατηγικές επιδιώξεις, θα παραθέτουμε απόσπασμα από πρόσφατο δοκίμιο για την σχέση μεταξύ μιας γενικευμένης σύρραξης και απειλών «χαμηλής έντασης», ζήτημα δηλαδή που αφορά ζωτικά τις Τουρκικές ενέργειες τόσο στην Κύπρο όσο και στο Αιγαίο.

Ο Τουρκικός αναθεωρητισμός είναι βαθύς, εκτεταμένος και η απειλή που εκπέμπεται απέραντη. Στην στρατηγική ανάλυση ως απέραντη ορίζεται εκείνη η απειλή η οποία εντάσσεται σε μια σειρά αξιώσεων με θολά σύνορα. Στο τέλος η εκπλήρωση των σκοπών του επιτιθέμενου εξαρτάται από τον βαθμό υποχωρητικότητας του αμυνόμενου και εάν αρχίσει μια ένοπλη σύρραξη από το αποτέλεσμα του πολέμου.

Η Ελλάδα συστηματικά λόγω σωρευτικής εκπλήρωσης των Τουρκικών σκοπών κερδίζει τον πόλεμο χωρίς μάχη. Στην στρατηγική ανάλυση αυτό θεωρείται σημαντική στρατηγική δεξιότητα για την εκπλήρωση των σκοπών του επιτιθέμενου και αξιοθρήνητη αποτυχία της αποτρεπτικής στρατηγικής του αμυνόμενου.

Στην Ελλάδα και στην Κύπρο, βέβαια, η σοβαρή συζήτηση γύρω από την εθνική στρατηγική είναι εξαιρετικά δυσχερής πρώτον, επειδή επικρατεί γενικευμένο έλλειμμα γνώσης γύρω από όρους, έννοιες και πάγιες τυπολογίες της στρατηγικής θεωρίας, και δεύτερον, επειδή πέραν ενός εξίσου μεγάλου ελλείμματος γνώσης για την σύγχρονη διεθνή πολιτική ουκ ολίγοι συγχέουν την αποτρεπτική στρατηγική με επιθετικές πολεμικές ενέργειες.

Ακόμη πιο σημαντικό, ιδρύματα που αποτύπωσαν συρροή απόλυτα λανθασμένων αναλύσεων βραβεύονται και χρηματοδοτούνται, ενώ από άτομα που ανέλαβαν σημαντικές θέσεις ευθύνης συχνά ακούγαμε να λένε ότι η έννοια εθνικό συμφέρον είναι ανύπαρκτη ή ότι είναι ελληνική ιδιοτροπία κάποιων εθνικιστών ή και πολεμοκαπήλων.
Οι ύβρεις φέρνουν Νέμεση

    Απώλεια κυριαρχίας και πλουτοπαραγωγικών πόρων λόγω μη εφαρμογή του δικαίου της θάλασσας όσον αφορά τα χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ,
    Κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας που μόνο τυπικά απομένει να γίνει μετά τις προτάσεις που δόθηκαν από τον πρόεδρο της Κύπρου παρούσης και της Ελληνικής πολιτικής ηγεσίας στις διαπραγματεύσεις της Ελβετίας,
    Συνεπαγόμενη Τουρκική επικυριαρχία επί όλης της Κύπρου,
    Αβάστακτων προεκτάσεων στρατηγική παγίδευση της Ελλάδας με σταδιακή εκδίωξη των εκατοντάδων Ελλήνων της Μεγαλονήσου Κύπρου
    Εμβάθυνση των Τουρκικών αξιώσεων στο κεντρικό μέτωπο Αιγαίου-Θράκης που ο Τούρκος Πρωθυπουργός εξέφρασε ακόμη και στην Ελλάδα όταν για λόγους που δεν γνωρίζουμε προσκλήθηκε.

Υπογραμμίζεται ότι η διολίσθηση της Ελληνικής αποτρεπτικής αξιοπιστίας μετά το 1974 έχει ως κύρια αφετηρία το ανορθολογικό δόγμα «η Κύπρος είναι μακριά». Παρά τις κινήσεις ενός μόνο βασικά αξιωματούχου, του Υπουργού Εξωτερικών στο ζήτημα των εγγυήσεων και των ξένων στρατευμάτων, η Ελληνική στρατηγική στο Κυπριακό είναι ούτως ή άλλως βαθύτατα ανορθολογική: Αποτελεί δόγμα στην Αθήνα μέχρι και σήμερα ότι το είδος «λύσης» είναι εσωτερική υπόθεση των κυπρίων. Διαφορετικά, διακηρύχθηκε επανειλημμένα, αξίωση της Ελλάδας για βιώσιμο κράτος αποτελεί, δήθεν, επέμβαση στα εσωτερικά της Κύπρου.

Για να το πούμε διαφορετικά, η Ελλάδα δεν κατανοεί ότι δεν είναι αξιόπιστο κράτος εάν δεν αξιώνει την αποκατάσταση της διεθνούς τάξης σύμφωνα με την διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα και δεν δηλώνει ρητά και ακλόνητα ότι δεν αποδέχεται μια δήθεν λύση που θα παγιδεύει στρατηγικά τις εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μέσα σε ένα πρωτοφανές κρατικό βασανιστήριο και με τρόπο που θα νομιμοποιεί το έγκλημα πολέμου των εποίκων και θα καθιστά έτσι έμμεσα την Τουρκία αμετάκλητα συγκυρίαρχο (και τελικά κυρίαρχο).

Οι βαθύτατες προεκτάσεις της κατευναστικής πολιτικής της Αθήνας και της Λευκωσίας οδήγησαν στο αναμενόμενο αποτέλεσμα: Με τις αξιώσεις και τις ενέργειες της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ η Άγκυρα προεκτείνει τις απειλές και αξιώσεις επί ολοκλήρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Καθότι περί αυτού μιλάμε: Η δήλωση του Τουρκικού υπουργείου εξωτερικών ρητά θέτει αξιώσεις επί όλης της Κύπρου. Αποτελεί αναμενόμενη Τουρκική στάση ως προς δύο μεγάλες πολιτικές και στρατηγικές επιπολαιότητες της Ελληνικής πλευράς.

Πρώτον, μετά την πρόσφατη αθυροστομία του προέδρου της Κύπρου περί «ΑΟΖ των Τουρκοκυπρίων» (πριν τις προεδρικές εκλογές) η Άγκυρα κάνει σαφές ότι θέλει συγκυριαρχία επί όλης της Κύπρου και επί όλης της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτά παθαίνουμε όταν απουσιάζει στρατηγική, όταν δεν συζητούνται ανοικτά όλα τα ζητήματα που αφορούν ύψιστα εθνικά συμφέροντα και όταν απουσιάζουν στρατηγικά σχέδια και συντεταγμένες στρατηγικές εκπλήρωσής τους.

Δεύτερον, λογικότατα η Τουρκία βαδίζει στα αχνάρια που χάραξε η Ελληνική πλευρά: Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με περίεργο όρο που ακούει στο όνομα «πολιτική ισότητα» (σε εθνική βάση) σημαίνει Τουρκική συγκυριαρχία σε όλο το φάσμα. Μια τέτοια δήθεν λύση του κυπριακού όπως κατατέθηκε από εμάς τους ίδιους στις τελευταίες διαπραγματεύσεις της Ελβετίας, σημαίνει Τουρκική συγκυριαρχία επί όλης της Κύπρου και αυτό υποδηλώνουν ξεκάθαρα τόσο οι τουρκικές κινήσεις όσο και οι δηλώσεις του Τουρκικού Υπουργείου εξωτερικών.

Τα γεγονότα στην Κύπρο τον Φεβρουάριο 2018 επίσης απαντούν ένα ακόμη μεγάλο ζήτημα που καταμαρτυρεί την απέραντη και ακραία επικίνδυνη εάν όχι θανατηφόρα πολιτική και στρατηγική ανευθυνότητα των νεοελλήνων: Σε αθέατες ζώνες στην Κύπρο αλλά και στην Ελλάδα κάποιοι μιλούν για διχοτόμηση μετά την συνομοσπονδία («αυτοί από εκεί και εμείς από εδώ», λέγεται σε ιδιωτικές κυρίως συζητήσεις τις οποίες όλοι γνωρίζουν συμπεριλαμβανομένων των Τούρκων και όλων των άλλων).
Ποιο είναι το μείζον θέμα

Θα μπορούσε να οριστεί και ως προδοσία με την κλασική και διαχρονική έννοια του όρου: Κανένας δεν έχει δικαίωμα να καταλύσει ένα κράτος αναγνωρισμένο από όλα τα άλλα κράτη πλην Τουρκίας και κανένας δεν έχει δικαίωμα να παραμιλά για παραχώρηση εδαφών της νόμιμης Κυπριακής Δημοκρατίας στον παράνομο εισβολέα.

Αποτελεί θανάσιμα επικίνδυνη κάθε σκέψη περί διχοτόμησης και είναι ακόμη πιο επικίνδυνη κάθε φράση, πράξη ή ενέργεια προς την κατεύθυνση μιας δήθεν διχοτόμησης η οποία με απέραντα ερασιτεχνικό τρόπο –ο οποίος επιπλέον καταμαρτυρεί ασυγχώρητη άγνοια της Τουρκικής στρατηγικής– διευκολύνει την εκπλήρωση τους σκοπού της Τουρκίας για επιτάχυνση της πλήρους κυριαρχίας της επί της Κύπρου.

Παίζοντας με την κυριαρχία της ανεξάρτητης και αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας παίζουμε με την φωτιά και διευκολύνουμε την επιτάχυνση εκπλήρωσης των Τουρκικών στόχων σε όλο το μέτωπο Ελλάδας – Τουρκίας αρχής γενομένης από την Κύπρο.

Ο βαθμός της Ελληνικής στρατηγικής ανυποληψίας γίνεται ολοφάνερος από το γεγονός πως ακόμη και τα νήπια γνωρίζουν ότι όπως ξανά και ξανά καταμαρτυρείται με λόγια και εμπράγματα η Τουρκία δεν δέχεται διχοτόμηση / διπλή ένωση αλλά μόνο συγκυριαρχία με τελικό σκοπό την πλήρη κυριαρχία.

Το δήλωσε ο Ετσεβίτ το 1974 και στην συνέχεια πολλοί άλλοι ενώ το αποτύπωσε ρητά και ο πρώην πρωθυπουργός της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου στο βιβλίο «Στρατηγικό βάθος».

Όπως εξάλλου επαληθεύεται καθημερινά με λόγια και πράξης, ο Αχμέτ Νταβούτογλου προσφέρει μια πολύτιμη τουρκική ανάλυση των πραγμάτων την οποία δεν έχουμε την πολυτέλεια να παραβλέψουμε. Ακόμη και να μην υπήρχαν Τουρκοκύπριοι η Άγκυρα αξιώνει στρατηγικό έλεγχο επί όλης της Κύπρου:

(σελ. 275) «Η Κύπρος, που κατέχει μία κεντρική θέση παγκοσμίως από την άπο­ψη της ίσης σχεδόν απόστασης που απέχει από την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική, βρίσκεται μαζί με την Κρήτη πάνω σε έναν άξονα όπου τέμνονται και οι υδάτινες αρτηρίες. Η Κύπρος που βρίσκεται μεταξύ των Στενών, που χωρίζουν την Ασία από την Ευρώπη, και της διώρυγας του Σουέζ, η οποία χωρίζει την Ασία από την Αφρική, επέ­χει επίσης τόπο μιας σταθερής βάσης και αεροπλανοφόρου που είναι σε θέση να ελέγχει τις περιοχές του Περσικού κόλπου και της Κασπίας και τις υδάτινες αρτηρίες του Άντεν και του Ορμούζ, οι οποίες αποτελούν τις σημαντικότερες υδάτινες περιοχές που συνδέουν Ευρασία και Αφρική.

Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τη στρατηγική θέση της Κύπρου λόγω της οποίας οι Άγγλοι, παρότι η μεγαλοπρεπής αποικιακή τους περίοδος έχει παρέλθει [ανεπιστρεπτί], αποφάσισαν και μέχρι σήμερα διατηρούν σ’ αυτήν στρατιωτική βάση, όπως δεν μπορεί να παραβλέψει ότι το νησί κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πο­λέμου αποτέλεσε πεδίο θερμότατων κρίσεων.

Μια χώρα που παραμελεί την Κύπρο δεν είναι δυνατόν να έχει έναν αποφασιστικό λόγο στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτι­κές. Δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική στις παγκόσμιες πολιτικές, διότι αυτό το μικρό νησί κατέχει μία θέση που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τους στρατηγικούς συνδέσμους μεταξύ Ασίας και Αφρικής, Ευρώπης και Αφρικής και Ευρώπης και Ασίας.

Και δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική στις περιφερειακές πολιτικές, διότι η Κύπρος με την ανατολική της άκρη ομοιάζει με ένα βέλος στραμμένο προς τη Μέση Ανατολή και με τη δυτική της άκρη συγκροτεί τον θεμέλιο λίθο των στρατηγικών ισορροπιών της Ανατολικής Μεσογείου, των Βαλκανίων και της Βόρειας Αφρικής.»

(σελ. 279) «Με τη μείωση των εδαφών του Οθωμανικού κράτους, πάντα μία από τις βασικές παραμέτρους της οθωμανοτουρκικής εξωτερικής πολιτικής υπήρξε η ασφάλεια και η συνέχεια των μουσουλμανικών στοιχείων που παρέμειναν στα εγκαταλειφθέντα εδάφη. … Ο δεύτερος σημαντικός άξονας του Κυπριακού ζητήματος είναι η σημασία της γεωγραφικής θέσης του νησιού από γεωστρατηγική άποψη.

Ο άξονας αυτός καθεαυτός είναι ζωτικής σημασίας ανεξάρ­τητα από το ανθρώπινο στοιχείο που βρίσκεται εκεί. Ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα Κυπριακό ζήτημα. Καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη σε ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου.

Όπως τα Δωδεκάνησα, όπου δεν υπάρχει πλέον ένας επαρ­κής τουρκικός πληθυσμός, εξακολουθούν να διατηρούν τη σημασία τους για την Τουρκία και όπως οι ΗΠΑ, παρόλο που δεν έχουν καμία πληθυσμιακή προέκταση προς την Κούβα και τα υπόλοιπα νησιά της Καραϊβικής, ενδιαφέρονται άμεσα γι’ αυτά, έτσι και η Τουρκία είναι υποχρεωμένη από στρατηγική άποψη να ενδιαφέρεται για την Κύπρο πέραν του ανθρώπινου παράγοντα.»

Καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη σε ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου. Και: «Η Τουρκία πρέπει να είναι προετοιμασμένη, ώστε να απαντήσει με την απαιτούμενη σκληρότητα σε κάθε γεγονός που απειλεί τους στρατηγικούς της υπολογισμούς».

Ακολουθούν μερικά συναφή απόσπασμα πρόσφατης παρέμβασης με τίτλο:

«Τουρκική απειλή: Αποτρεπτική στρατηγική και η σχέση απειλών χαμηλής έντασης – μεγάλης πολεμικής σύρραξης»

[…] Προχωρώ σε στοιχειώδεις αναφορές για το μείζον ζήτημα των απειλών χαμηλής έντασης. Στο τέλος σε τρία παραρτήματα συμπεριλαμβάνω εξίσου στοιχειώδεις αναφορές για το ζήτημα του ελέγχου της κλιμάκωσης, της αξιοπιστίας μιας αποτρεπτικής στρατηγικής και της έννοιας του σχετικού συμφέροντος στην αποτρεπτική στρατηγική.

Η συντρέχουσα ένταση στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχει, μεταξύ άλλων, τρεις κύριες πτυχές.

Πρώτον, μια αδιάκοπη αναθεωρητική απειλή πολλών δεκαετιών.

Δεύτερον, μια εδραιωμένη πλέον Τουρκική αντίληψη ότι η Ελλάδα κατευνάζει, ότι προσφέρεται για επίδειξη δυνάμεως και ότι διαμέσου επίδειξης ισχύος στα πεδία απειλών «χαμηλής» έντασης κυρίως στο Αιγαίο και στην Θράκη, η Άγκυρα εκπληρώνει μια σειρά βραχυχρόνιων, μεσοπρόθεσμων και μακροχρόνιων σκοπών.

Τρίτον, η επίδειξη αποδιοργάνωσης, ελλείμματος συντονισμού και άσκοπων επικίνδυνων ελιγμών του Κύπριου προέδρου (μυστηριώδης και ακατανόητη βιασύνη για Οδοιπορία προς τα «Ελβετικά Σούσα»), ενδέχεται να έπεισε την Άγκυρα ότι ήλθε η στιγμή να ελέγξει όλη την Κύπρο μέσω ενός τουρκικού κράτους εντός ενός κρατιδίου πλέον τις τύχες του οποίου θα διαχειρίζεται με τις ευκαιρίες που θα της προσφέρουν οι τερατώδεις κρατικές ρυθμίσεις που ήδη δεχθήκαμε ή μισο-δεχθήκαμε.

Το «τρίξιμο των δοντιών», λοιπόν, είναι απολύτως αναμενόμενο και η Τουρκία αναμένει να διαπράξουμε στην Κύπρο το μοιραίο λάθος που θα ανατρέψει τους συσχετισμούς. Εκεί δηλαδή που η Τουρκία σχοινοβατεί πάνω στην κόψη του ξυραφιού εάν εμείς δεχθούμε να διαλύσουμε την Κυπριακή Δημοκρατία θα επιτύχει μια γιγαντιαία γεωπολιτική αναβάθμιση που θα αλλάξει τις παραστάσεις και τις αποφάσεις όλων των άλλων δρώντων.
Απειλή, κλιμάκωση και διαλεκτική σχέση των διαφόρων επιπέδων

Πιο πάνω αναφέρθηκα στο «ισοδύναμο αποτέλεσμα», στην αποτροπή μεγάλης σύρραξης και αποτροπή πρώτου κτυπήματος. Κρίνω σκόπιμο να πω μερικά ακόμη λόγια. Η ικανότητά μας να αποτρέψουμε μια απειλή χαμηλής έντασης συναρτάται άμεσα με την ικανότητά μας να αποτρέψουμε ένα γενικευμένο πόλεμο.

Γι’ αυτό εάν με οποιονδήποτε τρόπο – υπονοούμενο ή έκδηλα διατυπωμένο – αποσυνδέσουμε την αποτροπή γενικευμένης σύρραξης από την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης ισοδυναμεί με επιδείνωση της αποτρεπτικής μας θέσης. Ασφαλώς, αυτή η θέση θα ήταν περιττή εάν είμαστε πολύ ισχυρότεροι από τον αντίπαλο οπότε η απειλή τιμωρίας κάθε μορφής επίθεσης θα είναι πολύ ή και πλήρως αποτρεπτική.Όμως, επειδή για την Ελλάδα κάτι τέτοιο είναι ιδεατό, θα πρέπει να περιορίσουμε τους συλλογισμούς μας στην ανάλυση τριών αλληλένδετων καταστάσεων:

• αποτροπή γενικευμένου πολέμου
• αποτροπή επεισοδίων ενδιάμεσης έντασης
• αποτροπή χαμηλής έντασης

Εάν θελήσουμε να καλύψουμε όλα ανεξαιρέτως τα ενδεχόμενα θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε και άλλες περιπτώσεις όπως η παραβίαση του εναέριου και θαλάσσιου χώρου της Ελλάδας, και η εναντίον μας εκτόξευση απειλών οι οποίες αμφισβητούν το status quo, καθώς και τις απειλές χρήσης βίας (casus belli).

Οι τουρκικές ενέργειες σ’ αυτό το φάσμα απειλών ροκανίζουν την αξιοπιστία της αποτρεπτικής μας στρατηγικής. Στο ίδιο πλαίσιο, η αποτροπή της απειλής πρώτου συντριπτικού κτυπήματος πρέπει να είναι μόνιμη έγνοια των Γενικού Επιτελείου.

Για το θέμα αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί η εξής θέση: ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης οπότε ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι πολύ πιθανό, πρέπει να πειστεί ο αντίπαλος πως έστω και αν μας αιφνιδιάσει θα μας απομείνουν αρκετές δυνάμεις για να αντεπιτεθούμε και να του προκαλέσουμε πολύ υψηλό κόστος.

Αυτό σίγουρα θα τον αποτρέψει, ιδιαίτερα στην παρούσα επισφαλή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Τουρκία. Σε μια τέτοια αποτρεπτική λογική κύριοι στόχοι είναι ζωτικά συμφέροντα του απειλούντος που θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωσή του και την συνοχή του.
Η σημασία του ισοδύναμου κόστους

Ο τρόπος που η αποτροπή γενικευμένης σύρραξης συνδέεται με την αποτροπή απειλών χαμηλότερης έντασης είναι ο εξής: Η απειλή με ισοδύναμο ή περίπου ισοδύναμο κόστος θα μπορούσε να εκτιμηθεί (έστω και λανθασμένα) από τον αντίπαλο ως ανεκτό, ενώ ελάχιστα περιθώρια θα είχε να κάνει τους ίδιους υπολογισμούς ως προς το κόστος μιας γενικευμένης σύρραξης.

Επομένως, αυτό που μετρά αποτρεπτικά δεν είναι το προβαλλόμενο κόστος «μικρής έντασης» αλλά το ενδεχόμενο πως η σύρραξη θα μπορούσε να κλιμακωθεί και να οδηγήσει σε γενικευμένη σύρραξη.

Η ανώτατη πολιτική ηγεσία και η στρατιωτική ηγεσία χρειάζεται ίσως να επανεξετάσει ορισμένα ζητήματα και ιδιαίτερα το κατά πόσον συχνά πέφτει θύμα λανθασμένης συμβουλής (μερικές απίστευτα λανθασμένες και αφελείς θέσεις γράφονται στον τύπο). Για να προεκτείνω το επιχείρημα ως προς αυτό το άκρως κρίσιμο ζήτημα, η αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο εύρωστη εάν επιτύχουμε να μεταδώσουμε με αξιόπιστο τρόπο τρία ισχυρά μηνύματα:

Πρώτο, πως έχουμε την ικανότητα, την αποφασιστικότητα και την αναγκαία διάταξη δυνάμεων που δημιουργούν μεγάλο ενδεχόμενο πλήρους επικράτησής μας στην διαδικασία κλιμάκωσης. Ο αντίπαλος θα πρέπει να μένει πάντα σε αμφιβολία ως προς τον τρόπο κλιμάκωσης, την έκταση της κλιμάκωσης και το κόστος που θα του επιβληθεί όταν –κατά πάσα πιθανότητα– θα ηττηθεί. Ένα είναι σίγουρο, πως το αναμενόμενο γι’ αυτόν κόστος δεν θα πρέπει να είναι μικρότερο ή ίσο των οφελών που αυτός αναμένει.

Δεύτερο, πως η κλιμάκωση μέχρι την γενικευμένη σύρραξη είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο και πως είμαστε αποφασισμένοι να μην διστάσουμε να κλιμακώσουμε εάν το κρίνουμε αναγκαίο. Επίσης πρέπει να επικρέμαται ο κίνδυνος κλιμάκωσης σε γενικευμένη σύρραξη με τρόπους και μεθοδεύσεις που δεν σταθμίζονται εύκολα από τον αντίπαλο (δηλαδή συμφέρει να κατατρέχει τον αντίπαλο αυτός ο φόβος και να υπολογίζει συνεχώς το όφελος της εκτέλεσης της «μικρής απειλής» με το κόστος του γενικευμένου πολέμου).

Τρίτο, πως τα διακυβευόμενα αγαθά είναι υψηλής αξίας. Αυτό σχετίζεται με το «σχετικό συμφέρον» εκατέρωθεν των συνόρων και ο αναγνώστης θα μπορούσε να ανατρέξει σε εκτενέστερες αναλύσεις μας για την αξιοπιστία μιας Αποτρεπτικής Στρατηγικής.

Για τους ποιο πάνω λόγους, η προβολή ισοδύναμου κόστους όπως έγινε πριν μερικά χρόνια έχει ελάχιστη ή καθόλου αποτρεπτική αξία η δε προβολή του από την πολιτική ή στρατιωτική ηγεσία δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε «ερασιτεχνική συμβουλή» ή απαράδεκτη άγνοια στοιχειωδών θεσφάτων της στρατηγικής θεωρίας. Οι ΕΔ ως ο κύριος σύμβουλος της πολιτικής ηγεσίας για ζητήματα εθνικής στρατηγικής οφείλει να βρίσκεται σε διαρκή ένταση και αγωνία ότι η πολιτική ηγεσία είναι πλήρως ενήμερη.

Επιμένοντας στο ίδιο θέμα, η προβολή «ισοδυνάμου αποτελέσματος» βρίσκεται σε κάθετη αντίφαση με θεμελιώδεις και ελάχιστα αμφιλεγόμενες αρχές της στρατηγικής ανάλυσης. Κυρίως, βρίσκεται σ’ αντίφαση με την βασικό αξίωμα πως όσο μεγαλύτερη είναι η παράσταση κόστους τόσο περισσότερο αποτρεπτική είναι απειλή.

Η προβολή του ενδεχόμενου περιορισμού στα μέτρα και σταθμά της επίθεσής του, επομένως, μειώνει τα περιθώρια αμφιβολιών του, του επιτρέπει να μεθοδεύσει στρατιωτικά και πολιτικά την εκπλήρωση συγκεκριμένων στόχων και δυνατό επί πλέον να του δώσει το λανθασμένο μήνυμα πως ορισμένα αγαθά δεν έχουν τόσο μεγάλη αξία γι’ εμάς ούτως ώστε να διακινδυνέψουμε μεγάλη σύρραξη.

Στην χειρότερη περίπτωση, οι διακηρύξεις περί ισοδυνάμου θα μπορούσαν να του μεταδώσουν το μήνυμα πως η Ελλάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να του προκαλέσει μεγάλο κόστος επειδή σε κάθε περίπτωση δεν θα κατόρθωνε να υπερασπιστεί την Επικράτειά της με μια μεγάλη ή γενικευμένη σύρραξη.

Αυτή η θέση ουδόλως υποβαθμίζει την ανάγκη αποτροπής απειλών χαμηλής έντασης. Αντίθετα, τονίζουν την σημασία της αξιοπιστίας μας και γενικότερα του τρόπου που συνδέονται τα διάφορα επίπεδα πιθανής σύγκρουσης με την συνολική αποτρεπτική μας προσπάθεια, καθώς και με την ανάγκη αποφυγής επιπόλαιων κινήσεων και ενεργειών που θα προκαλέσουν άσκοπη πολεμική σύρραξη.

Πάντοτε αυτό είναι ζήτημα εκτίμησης και οι αποφάσεις βαθύτατων προεκτάσεων. Ο στόχος της Ελλάδας ως κράτους που υπεραμύνεται του status quo, υπενθυμίζεται, είναι η αποτροπή του πολέμου, δηλαδή να μην υπάρξει οποιαδήποτε πολεμική σύγκρουση! Χωρίς όμως να απωλέσουμε κρατική κυριαρχία ή στην συντρέχουσα συγκυρία να ενταχθεί η Κύπρος στα πεδία της Τουρκικής επικυριαρχίας.

Γι’ αυτό, είναι άχαρο να εισέλθουμε σε πολεμικές συρράξεις λόγω λαθών που οφείλονται σε άγνοια στοιχειωδών κριτηρίων της στρατηγικής ανάλυσης. Το ίδιο άδικο και άχαρο είναι εάν λόγω άγνοιας ή λανθασμένων εκτιμήσεων χάσουμε τον πόλεμο χωρίς μάχη. Η αποτρεπτική στρατηγική είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να γίνεται αντικείμενο ασυνάρτητων σχολίων επιφυλλίδων ή να μην τυγχάνει της δέουσας προσοχής από την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.

Όταν υπάρχει στρατιωτική απειλή, ο μεγαλύτερος κίνδυνος προέρχεται από δικά μας λάθη, ιδιαίτερα τον ολέθριο συλλογισμό που κατατρέχει πολλούς αναλυτές στην Ελλάδα πως είναι δυνατό να αποφύγουμε τον πόλεμο αντί να τον αποτρέψουμε. Τονίζεται και υπογραμμίζεται πως «αποφυγή του πολέμου» και «αποτροπή του πολέμου» είναι δύο παντελώς διαφορετικές έννοιες.

Πέραν της έμφασης που ήδη έδωσα στον τρόπο που η αποτρεπτική απειλή γενικευμένης σύρραξης συνδέεται με την αποτροπή όλων των απειλών χαμηλότερου επιπέδου, θα μπορούσα να τονίσω πως το αμέσως επόμενο κρίσιμο ζήτημα είναι, η αποφασιστικότητά μας να κλιμακώσουμε με τρόπο της δικής μας επιλογής και η ικανότητά μας να ελέγξουμε αυτή την κλιμάκωση.

Ο στρατηγικός συλλογισμός αξιωματικού χαρακτήρα που πρέπει να καθοδηγεί τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της αποτρεπτικής μας στρατηγικής είναι ο εξής:

Α. Όσο μεγαλύτερες παραστάσεις κόστους μεταδώσουμε στον επιτιθέμενο τόσο περισσότερο εύρωστη είναι η αποτροπή. Γι’ αυτό, αν και η αποφασιστικότητα και αξιοπιστία ελέγχου μιας πιθανής κλιμάκωσης πρέπει να είναι δεδομένη, τονίζεται με έμφαση ξανά πως πρέπει να πλανάται το ενδεχόμενο μεγάλης σύρραξης.

Β.Ο αντίπαλος, στο τέλος, θα πρέπει να σταθμίσει το κόστος-όφελος της σχεδιαζόμενης επιθετικής ενέργειας με βάση την γενικευμένη σύρραξη ως πιθανότερη δική μας τελική αντίδραση

Γ. Δηλαδή, οι συλλογισμοί του αντιπάλου θα πρέπει να οικοδομηθούν με την εξής ιεραρχία: ο αμυνόμενος είναι ικανός και αποφασισμένος να κλιμακώσει με ελεγχόμενο τρόπο την δική μου επίθεση (επομένως το πιο πιθανό δεν θα έχω τίποτα να κερδίσω επιδιώκοντας «χαμηλή ένταση) ενώ ταυτόχρονα διατρέχω τον κίνδυνο στην προσπάθεια να ικανοποιήσω χαμηλού βαθμού επιδιώξεις να βρεθώ σε πολύ δύσκολη θέση και ίσως να διατρέξω τον κίνδυνο καταστροφής

Δ. Ιδεατά κανένα μήνυμα δεν θα πρέπει να δοθεί στον αντίπαλο που να αφήνει να πλανάται το ενδεχόμενο πως το κόστος που θα υποστεί θα είναι έστω και κατά προσέγγιση ίσο ή χαμηλότερο του αναμενόμενου γι’ αυτό συνολικού οφέλους.

Ε. Κατά συνέπεια η ιδέα και μόνον ισοδυνάμου αποτελέσματος ή συνολικά μικρότερου κόστους από το πιθανό όφελος δημιουργεί κίνητρα να δεχτούμε επίθεση.

Θα απαιτούσε μεγαλύτερη έρευνα για να εκφραστούν ακριβέστερες εκτιμήσεις, αλλά η Τουρκική επιθετικότητα δυνατό να οξύνθηκε τελευταία ακριβώς λόγω του ότι συχνά μεταδώσαμε κατευναστικά και ενδοτικά μηνύματα.
Το μείζον ζήτημα της ενδοπολεμικής αποτροπής

Σημαίνει πολιτική βούληση και στρατιωτική ικανότητα να πάρουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων μετά την επίθεση του αντιπάλου, να κλιμακώσουμε τα κτυπήματα σε βαθμό που θα του δημιουργήσουν δυσανάλογα –με τα πιθανά οφέλη–ζημιές και να επιβάλλουμε όρους άμεσης αποκατάστασης του status quo ante, εάν βέβαια αρχικά ο αντίπαλος κατόρθωσε να δημιουργήσει τετελεσμένα. Αναμφίβολα, αυτοί οι συλλογισμοί μας οδηγούν στον θεμελιώδη προβληματισμό της ύπαρξης ισορροπίας ή ανισορροπίας ισχύος και της συζήτησης για το θα μπορούσε να σημαίνει αυτό.

Η ικανότητά μας για ενδοπολεμική αποτροπή, παράγων άμεσα σχετιζόμενος με τον έλεγχο της κλιμάκωσης, είναι συρρικνωμένη εάν υπάρχει τρανταχτή αποτρεπτική ανεπάρκεια, εάν δηλαδή υπάρχει έλλειμμα ισχύος σε τακτικό και στρατηγικό επίπεδο.

Εάν ο επιτιθέμενος όχι μόνον έχει πλεονέκτημα και την πρωτοβουλία των κινήσεων, εάν έχει ικανότητα επίθεσης, στην συνέχεια ελέγχου της κλιμάκωσης και δημιουργίας τετελεσμένων, και τέλος τερματισμού των συγκρούσεων με δικούς του όρους, θα αποκομίσει τα ίδια οφέλη ως εάν να είχε κερδίσει μια μεγάλη πολεμική σύρραξη.

Συνοψίζοντας, θα τόνιζα πως η ικανότητά μας να αποτρέψουμε απειλές χαμηλής έντασης εξαρτάται, πρώτο, από την στρατιωτική ικανότητά μας να επικρατήσουμε στην περίπτωση γενικευμένου πολέμου, δεύτερο, από την ικανότητά μας να αποκρούσουμε σε τοπικό επίπεδο σε πρώτη φάση και ταυτόχρονα να αντεπιτεθούμε, να ελέγξουμε την κλιμάκωση και να προκαλέσουμε κόστος πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι ενδεχομένως ανέμενε ως όφελος ο αντίπαλος.

Ο αμυνόμενος-αποτρέπων, θα πρέπει, όχι μόνο να οικοδομήσει πολιτική που να αξιοποιεί αποτελεσματικά το πιο πάνω σύνθετο πλέγμα παραγόντων –και των άπειρων συνδυαστικών συναρτήσεων– αλλά θα πρέπει, επίσης, να επιδείξει ικανότητα μετάδοσης, την κατάλληλη στιγμή και με τον κατάλληλο τρόπο, των μηνυμάτων με τα οποία επιδιώκει να επηρεάσει τον αντίπαλο. Η αποτροπή λειτουργεί ικανοποιητικά ενόσω το αναμενόμενο κόστος για την άλλη πλευρά σε περίπτωση αμφισβήτησης του  status quo, είναι μεγαλύτερο από την αποδοχή του.

Για κράτη όπως η Ελλάδα, που υπερασπίζονται το status quo, ενυπάρχει ο κίνδυνος υποτίμησης του βαθμού αξιοπιστίας της αποτρεπτικής απειλής που θα πρέπει να επιτευχθεί για να αναιρεθούν τα επιθετικά σχέδια του αντιπάλου.

Υψηλού βαθμού αξιοπιστία της αποτρεπτικής απειλής, είναι συνάρτηση όχι μόνο της ικανότητας της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και της γενικότερης οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας. Γενικά, η αξιοπιστία είναι συνάρτηση της εθνικής ισχύος, της ικανότητας να εκτελεσθούν οι αποτρεπτικές απειλές εάν το απαιτήσουν οι συνθήκες, και της ικανότητας του αποτρέποντος να αμυνθεί στην αντεπίθεση της άλλης πλευράς.
Περί εθνικού συμφέροντος

Στο ίδιο πλαίσιο, η γενικότερη συμπεριφορά της πολιτικής ηγεσίας δεν μπορεί παρά να έχει αντίκτυπο στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις και αντιλήψεις του αντιπάλου και άλλων ενδιαφερομένων. Για παράδειγμα, συμπεριφορές ή δηλώσεις που υποδηλώνουν φόβο, δέος μπροστά στους κινδύνους, αδυναμία και υποχωρητικότητα, καθώς και παλινδρομήσεις στην εξωτερική πολιτική που δίνουν την εικόνα σύγχυσης και αβεβαιότητας, δεν μπορεί παρά να αποδυναμώνουν τον «δείκτη αξιοπιστίας» μιας χώρας.

Η αξιοπιστία της αποτρεπτικής απειλής σχετίζεται επίσης και με διάφορες κινήσεις ή αποφάσεις που μεταδίδουν στον αντίπαλο μήνυμα ενδιαφέροντος για το διαφιλονικούμενο αγαθό. Ενδεικτικά αναφέρονται τα πιο κάτω: κινήσεις στρατευμάτων, ανάπτυξη ενόπλων δυνάμεων στις ευαίσθητες περιοχές, στρατιωτικές ασκήσεις, και έργα στρατιωτικής υποδομής.

Επίσης, κινήσεις ή αποφάσεις πολιτικής ή ψυχολογικής σημασίας, όπως δηλώσεις προθέσεων, οριοθέτηση της ανοχής του αμυνόμενου έναντι των πράξεων του αντιπάλου πέραν των οποίων αρχίζουν οι εχθροπραξίες (casus belli), διπλωματικές κινήσεις, συμμαχικές συγκλίσεις και συμφωνίες με τους «εχθρούς του εχθρού», συμμετοχή σε στρατιωτικά σύμφωνα, αλλαγή του αμυντικού δόγματος με έμφαση στην ικανότητα αντεπίθεσης, ικανότητες που κάνουν τον αντίπαλο να πιστέψει πως εάν αρχίσει σύρραξη θα ελέγξουμε την κλιμάκωση, και η με διάφορους τρόπους ενίσχυση του εθνικού φρονήματος.
Η φήμη του αποτρέποντος

Ενα άλλο ζήτημα μείζονος σημασίας στην εκτίμηση της αξιοπιστίας της αποτρεπτικής απειλής, σχετίζεται με την «φήμη» του αποτρέποντος σε σχέση με παρελθούσες επιδόσεις του. Ανεξάρτητα των ενεργειών στις οποίες προβαίνει κάποιος, το κρίσιμο ερώτημα είναι τι πιστεύει η άλλη πλευρά για τις ικανότητές του, τις προθέσεις του, και την πιθανή συμπεριφορά του ως προς συγκεκριμένες καταστάσεις. Όπως ήδη αναφέρθηκε, μερικώς αυτό εξαρτάται απόο τα μηνύματα που με διάφορους τρόπους, σκόπιμα ή άθελα, αποστέλλονται στον αντίπαλο.

Είναι γενικά αποδεκτό ότι η αποτρεπτική φήμη ενός κράτους ή μιας κοινωνίας είναι περισσότερο συνάρτηση του τι πράττεται παρά του τι λέγεται, και ότι η εικόνα αυτή είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης συστηματικής συμπεριφοράς και ενεργειών.

Επίσης, η φήμη ενός κράτους θα μπορούσε να εξετασθεί με βάση επιμέρους κριτήρια, όπως το Εθνικό φρόνημα, οι τεχνολογικές δυνατότητες, η αποφασιστικότητα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας όταν υπεραμύνονται των ζωτικών εθνικών συμφερόντων, η ετοιμότητα της κοινωνίας να υποστεί θυσίες, και η γενναιότητα καθώς και ο ηρωισμός του λαού όταν στο παρελθόν αγωνίσθηκε για τα εθνικά συμφέροντα.

Συνάγεται ότι η αξιοπιστία της αποτρεπτικής απειλής είναι συνάρτηση του συνόλου των παραγόντων που υπεισέρχονται στο αποτρεπτικό παιχνίδι. Σε κάποιο βαθμό, η αξιοπιστία σχετίζεται με την ποσοτική επάρκεια των μέσων που συνθέτουν την εθνική ισχύ.

Κυρίως, όμως, η αξιοπιστία της αποτροπής είναι συνάρτηση πολλών άλλων παραγόντων, αρκετοί απο τους οποίους είναι υποκειμενικοί και αστάθμητοι, και οι οποίοι δυνατόν να τύχουν μυριάδων συνδυασμών μεταξύ τους: το φρόνημα με τα όπλα, τα διάφορα οπλικά συστήματα μεταξύ τους, τα όπλα με τους γεωπολιτικούς συντελεστές, η διπλωματία με την τις στρατιωτικές κινήσεις, η οικονομία με τον στρατιωτικό ανεφοδιασμό, η διπλωματία με τον στρατιωτικό ανεφοδιασμό, το αμυντικό δόγμα και οι δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας, η αποφασιστικότητα της στρατιωτικής ηγεσίας με τις διαθέσιμες πληροφορίες των μυστικών πληροφοριών, η διπλωματία και οι εξωτερικές συμμαχίες, κλπ.

Είναι φανερό ότι όσο περισσότερο είναι ποιοτικά βελτιωμένοι και επεξαργασμένοι αυτοί – και πολλοί άλλοι – συνδυασμοί των συντελεστών που συνθέτουν την αποτροπή, τόσο περισσότερο αξιόπιστη είναι η αποτρεπτική απειλή.

*Ο Παναγιώτης Ήφαιστος είναι καθηγητής διεθνών σχέσεων και ευρωπαϊκών σπουδών και κάτοχος ευρωπαϊκής έδρας Jean Monnet.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου